Συντάκτης: Παρασκευή Καφρίτσα

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ :το επικίνδυνο Μεταβολικό «Κουαρτέτο» για ενήλικες και παιδιά.

Το μεταβολικό σύνδρομό (ή αλλιώς το σύνδρομο αντίστασης στην ινσουλίνη) είναι ένα σύνολο διαταραχών όπου περιλαμβάνεται η παχυσαρκία , η υψηλή πίεση , το υψηλό σάκχαρο και η υπερλιπιδαιμία. Μπορεί ένα άτομο να μην παρουσιάζει όλα παραπάνω , ωστόσο αν έχει κάποιο από αυτά συχνά συνυπάρχουν και οι υπόλοιπες διαταραχές.
Το αυξημένο σωματικό βάρος εμποδίζει τη δράση της ορμόνης ινσουλίνης( αντίσταση), με αποτελεσμα να μην μεταβολίζει σωστά οργανισμός το σάκχαρο και τα λιπίδια, κατάσταση που οδηγεί στην εμφάνιση διαβήτη. Τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα μαζί με τις ορμόνες που εκκρίνονται από τον λιπωδη ιστό ( τις αντιποκίνες) οδηγούν σε φθορά των αγγείων με δημιουργία αθηρωμάτωσης και εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων
Οι περισσότερες επιστημονικές ομάδες ορίζουν το μεταβολικό σύνδρομο ως συνδυασμό των παρακάτω:
1) Παχυσαρκία ,ιδιαίτερα στην κοιλιακή περιοχή (περίμετρος κοιλιάς μεγαλύτερη από 94 εκ. στους άνδρες και μεγαλύτερη από 80 εκ. στις γυναίκες).
2) Υψηλή τιμή σακχάρου νηστείας ,δηλαδή 100 έως 125 mgr/dl ή τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 5,7 έως 6,4%
3) Αυξημένη αρτηριακή πίεση( μεγαλύτερη από 13 η συστολική και 8,5 η διαστολική πίεση).
4) Αυξημένα τριγλυκερίδια ( μεγαλύτερα από 150 mg/dl ) ή χαμηλή HDL ( μικρότερη από 40 στους άνδρες ή 50 στις γυναίκες ) ή λήψη φαρμακευτικής αγωγής για υπερλιπιδαιμία
Υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης του μεταβολικού συνδρόμου και αυτοί είναι : το αυξημένο σωματικό βάρος , η γενετική προδιάθεση ,η εμμηνόπαυση, η πάροδος της ηλικίας, το κάπνισμα, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας , το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη ή άλλων μεταβολικών διαταραχών .
Ο κίνδυνος που διατρέχει ένα άτομο με μεταβολικό σύνδρομο να παρουσιάσει σακχαρώδη διαβήτη είναι 3,5 έως 5 φορές υψηλότερος και η πιθανότητα αυτή αυξάνει τόσο περισσότερο όσο πιο πολλές από τις παραπάνω διαταραχές παρουσιάζει .
Η παρουσία μεταβολικού συνδρόμου μπορεί να οδηγήσει σε αθηρωματική καρδιαγγειακή νόσο δηλαδή εμφραγμα μυοκαρδίου , αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο , στηθάγχη , αρτηριακή υπέρταση.
Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι το μεταβολικό σύνδρομο έχει συσχετιστεί και με μια σειρά άλλων παθήσεων όπως η λιπωδης διήθηση ήπατος , το ηπατικό χολαγγειοκαρκίνωμα, η χρονια νεφρική ανεπάρκεια, το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών , υπνική άπνοια , υπερουριχαιμία, άνοια.
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του μεταβολικού συνδρόμου φαίνεται ότι αφορούν όχι μόνο τους ενήλικες αλλά και τα παιδιά- εφήβους. Συμφωνα μάλιστα με καποιους οργανισμούς στα παιδιά μεγαλύτερα από 16 ετων μπορούν να εφαρμοστούν τα κριτήρια των ενηλίκων. Τα παιδιά θα πρέπει να ελέγχονται για τυχόν αυξημένο σωματικο βάρος ,με βαση τις καμπύλες ανάπτυξης , για υπερλιπιδαιμία (έλεγχος που πρέπει να γίνεται σε ηλικίες 9-11 ετών για όλα τα παιδιά ), έλεγχος για υψηλή πίεση και αναλυτικό οικογενειακό ιστορικό για να εντοπιστεί κληρονομικότητα σε διαβήτη.

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ του μεταβολικού συνδρόμου περιλαμβάνει την κλινική εξέταση , τη λήψη ατομικού οικογενειακού ιστορικού και μία εξέταση αίματος. Σε κάποιες περιπτώσεις ακολουθεί περαιτέρω εξειδικευμένος βιοχημικός και απεικονιστικός έλεγχος για να διαπιστωθούν υποκλινικές διαταραχές όπως υπερινσουλιναιμία, προδιαβήτης, αυξημένοι δείκτες αγγειακής φλεγμονής , υποκλινική αθηρωμάτωση κ.α.
Η αντιμετώπιση του μεταβολικού συνδρόμου είναι πολύπλευρη και εξατομικευμένη. Απαιτεί σχεδιασμό διατροφικού πλάνου σε συνδυασμό με άσκηση .Σε κάποιες περιπτώσεις συστήνεται και η χρήση φαρμακευτικής αγωγής.

ΠΡΩΙΜΗ ΩΟΘΗΚΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Η πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια (ΠΩΑ) εμφανίζεται όταν οι ωοθήκες της γυναίκας σταματούν να λειτουργούν πριν την ηλικία των 40 ετών. Φυσιολογικά οι ωοθήκες παράγουν οιστρογόνα και ελευθερώνουν ένα ώριμο ωάριο σε κάθε κύκλο. Στην πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια οι ωοθήκες δεν παράγουν αρκετή ποσότητα οιστρογόνων με αποτέλεσμα να μην παράγεται ωάριο κάθε μήνα.
Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα είναι η διαταραχές στην περίοδο ή η απουσία περιόδου , ιδιαίτερα αν αυτή συνοδεύεται από εξάψεις. Η έμμηνος ρύση μπορεί να σταματά και να επανέρχεται μετά από άλλοτε άλλο διάστημα (ακόμα και μετά από χρόνια) μετά τη διάγνωση της πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας. Λόγω της πτώσης των οιστρογόνων , οι γυναίκες μπορεί να έχουν συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της εμμηνόπαυσης: νυχτερινές εφιδρώσεις, κολπική ξηρότητα, ευερεθιστότητα , κατάθλιψη , αγχώδη συνδρομή, δυσκολία στην ύπνο, δυσχέρεια συγκέντρωσης και μνήμης.

ΑΙΤΙΕΣ

Στις περισσότερες περιπτώσεις ΠΩΑ η αιτία είναι άγνωστη. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις όπου η αιτία είναι γενετικές διαταραχές όπως τα σύνδρομα Turner και το σύνδρομο του εύθραυστου Χ. Επίσης αυτοάνοσα νοσήματα μπορεί να προκαλέσουν ΠΩΑ καθώς και η έκθεση σε τοξικές ουσίες ( όπως χημειοθεραπεία ) ή η ακτινοθεραπεία. Επίσης ο κίνδυνος εμφάνισης της ΠΩΑ είναι μεγαλύτερος όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό της πάθησης.
Λόγω του χαμηλού επιπέδου οιστρογόνων στις γυναίκες με ΠΩΑ σε νεαρή ηλικία , μια σειρά προβλημάτων υγείας εμφανίζονται:
-Υπογονιμότητα: οι γυναίκες με ΠΩΑ δεν μπορούν να επιτύχουν σύλληψη με φυσιολογικά μέσα. Δεν υπάρχουν θεραπείες αποτελεσματικές για την αποκατάσταση της γονιμότητα. Οι περισσότερες γυναίκες μπορούν από αυτές τις γυναίκες μπορούν να κυοφορήσουν χρησιμοποιώντας ωάριο δότριας.
-Οστεοπόρωση: Τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων που εμφανίζονται σε νεαρή ηλικία αυξάνουν τον κίνδυνο για ευθραυστότητα των οστών και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.
-Καρδιακή νόσος: τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων αυξάνουν τον κίνδυνο για καρδιακό επεισόδιο .
-Κατάθλιψη: πολλές γυναίκες αισθάνονται θλίψη από τη αναπάντεχη απώλεια της γονιμότητας τους. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι σοβαρά και δύσκολο να αντιμετωπιστούν χωρίς την βοήθεια ειδικού θεραπευτή.
-Άλλες ορμονικά προβλήματα: στις γυναίκες με ΠΩΑ είναι αυξημένη η πιθανότητα να εμφανιστούν και άλλες σημαντικές ορμονικές ανεπάρκειες . Πρέπει τακτικά να ελέγχονται για τις ορμόνες του θυρεοειδούς και των επινεφριδίων , αδένες που παράγουν ορμόνες απαραίτητες για τη ζωή.

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Εάν μια γυναίκα έχει ηλικία μικρότερη των 40 ετών και δεν έχει περίοδο ή παρουσιάζει αστάθεια στον κύκλο της , θα πρέπει να εξεταστεί για να εντοπιστεί η αιτία του προβλήματος. Θα αξιολογηθούν το ιστορικό της , η λήψη άλλων φαρμάκων , τα συμπτώματα που έχει . Με βάση αυτά θα ζητηθεί ο αντίστοιχος βιοχημικός , ορμονολογικός και απεικονιστικός έλεγχος ώστε να διαπιστωθεί η ωοθηκική λειτουργία άλλα και η παρουσία τυχόν γενετικών και αυτοάνοσων παθήσεων.

ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΣΤΗ ΚΥΗΣΗ

Ο Διαβήτης Κύησης (ΔΚ) είναι μια μορφή διαβήτη που παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της
εγκυμοσύνης, συνήθως στο δεύτερο τρίμηνο.
Η γλυκόζη στο σώμα προέρχεται από τα τρόφιμα που καταναλώνουμε . Το πάγκρεας παράγει την
ορμόνη ινσουλίνη που φυσιολογικά οδηγεί τη γλυκόζη μέσα στα κύτταρα του σώματος . Κατά τη
διάρκεια της εγκυμοσύνης , ο πλακούντας παράγει μια σειρά ορμονών που βοηθούν στην ανάπτυξη του
εμβρύου. Ταυτόχρονα όμως οι ορμόνες αυτές αυξάνουν περαιτέρω τα επίπεδα σακχάρου του αίματος
για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες ανάπτυξης του εμβρύου. Εάν ο οργανισμός της εγκύου δεν καταφέρει
να αυξήσει παράλληλα την ινσουλίνη για να οδηγήσει το επιπλέον σάκχαρο του αίματος στα κύτταρα ,
αυτό παραμένει στο αίμα και κατευθύνεται στο έμβρυο .
Οι περισσότερες γυναίκες που παρουσιάζουν ΔΚ δεν έχουν συμπτώματα. Υπάρχουν γυναίκες που
είναι σε αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση ΔΚ. Κάποιοι παράγοντες κινδύνου πρέπει πάντοτε να
αξιολογούνται ήδη από την πρώτη επίσκεψη και εγκαίρως να λαμβάνονται μέτρα . Αυτοί είναι το
αυξημένο σωματικό βάρος με ΒΜΙ > 25kgr/m , σάκχαρο νηστείας ≥ 100 mgr/dl , γλυκοζυλιωμένη
αιμοσφαιρίνη ≥ 5,7% , συγγενής πρώτου βαθμού με διαβήτη, ιστορικό ανεξήγητων αποβολών,
σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, καθιστική ζωή, ηλικία μεγαλύτερη από 25 ετών, υπέρταση,
μεταβολικό σύνδρομο , πολύδυμη κύηση. Εάν οι παράγοντες αυτοί είναι φυσιολογικοί , τότε η γυναίκα
επανελέγχεται με καμπύλη σακχάρου στην 24-28 εβδομάδα.
Όταν το έμβρυο λαμβάνει υπερβολική ποσότητα γλυκόζης , κινδυνεύει να πάρει πολύ βάρος και
να εμφανίσει μακροσωμία. Το έμβρυο μπορεί να αντιμετωπίσει υψηλότερο κίνδυνο για αναπνευστικά
προβλήματα , ίκτερο , υπογλυκαιμία, τραυματισμό κατά τη διάρκεια του τοκετού .Αργότερα στη ζωή του
το παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει υψηλότερο κίνδυνο για παχυσαρκία , διαβήτη και μαθησιακές
δυσκολίες.
Ο ΔΚ μπορεί να οδηγήσει τη μητέρα σε κίνδυνο για υπέρταση, προεκλαμψία, πρόωρο τοκετό,
καισαρική τομή και εμφάνιση διαβήτη μετά τον τοκετό.
Η αντιμετώπιση του ΔΚ περιλαμβάνει πρωταρχικά την προσεκτική ρύθμιση του ημερήσιου
διαιτολογίου της εγκύου, ώστε να επιτυγχάνεται η ρύθμιση του σακχάρου, αλλά ταυτόχρονα να
διασφαλίζεται η σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Είναι αναγκαίες οι καθημερινές μετρήσεις σακχάρου
και η στενή συνεργασία με τον θεράποντα . Στις περισσότερες περιπτώσεις η ισορροπημένη διατροφή
και η άσκηση μπορούν να ρυθμίσουν ικανοποιητικά το σάκχαρο στην έγκυο. Σε διαφορετική περίπτωση
προχωράμε σε φαρμακευτική αντιμετώπιση που είναι η χρήση ινσουλίνης. Η ινσουλίνη συνήθως
διακόπτεται μετά τον τοκετό και η γυναίκα να πρέπει σε 6-12 εβδομάδες μετά τον τοκετό να ελεγχθεί
εκ νέου με καμπύλη σακχάρου .